
Από την επίσημη σελίδα του Μουσείου Άλατος, στο fb
Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, εκτός από την «Άσπρη Αλυκή» και την «Αλυκή Τουρλίδας», λειτουργούσαν στο Μεσολόγγι άλλες δύο Αλυκές.
Η μία, ονομαζόμενη «Μαύρη Αλυκή», διότι δεν έδινε τόσο καθαρό και λευκό αλάτι όσο η «Άσπρη», ήταν μεγάλη και βρίσκονταν στην νοτιοανατολική πλευρά της λιμνοθάλασσας της Κλείσοβας.
Η δεύτερη, ονομαζόμενη «Σκοποβολής», διότι στην περιοχή εκείνη πραγματοποιούσαν ασκήσεις οι στρατιώτες του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων, ήταν μικρή και βρίσκονταν στη βόρεια πλευρά της ίδιας λιμνοθάλασσας και λειτούργησε από το 1922 μέχρι το 1927.
Όλες οι Αλυκές χρησιμοποιούσαν τη μέθοδο της περιοδικής πήξεως του αλατιού, δηλαδή έριχναν νερό σε μικρά «τηγάνια» διαστάσεων 5 Χ 5 μέτρων με ένα ξύλινο εργαλείο που ονομάζονταν «λαβούτα» και σε διάστημα τεσσάρων – πέντε ημερών παράγονταν αλάτι το οποίο όμως ήταν μικρής ποσότητας και κακής ποιότητας.
Με αυτό το δεδομένο, το 1918, το τότε Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ανέθεσε στον Ισπανό Οργανωτή Αλυκών Ιωσήφ Σαντόζα την ανακατασκευή όλων των Αλυκών της χώρας μετατρέποντας αυτές από περιοδικής σε διαρκούς ή διηνεκούς πήξεως.

Ειδικότερα ο Σαντόζα κατάργησε τα χιλιάδες μικρά «τηγάνια», που συγκροτούσαν τις αλυκές και δημιούργησε λίγα, μεγάλων διαστάσεων, όπως λειτουργούν και σήμερα.
Στα «τηγάνια» αυτά, αφού οι αλυκάριοι τα καθαρίσουν και τα ισοπεδώσουν, διοχετεύουν από τις προθερμάστρες τον μήνα Μάιο θαλασσινό νερό το οποίο περιοδικά ανατροφοδοτούν.
Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού το αλάτι έχει κρυσταλλώσει, οπότε το συλλέγουν σε μεγαλύτερες και ποιοτικά καλύτερες ποσότητες.